Main menu

Η συγγενής ραιβοϊπποποδία (Ρ.Ι.Π., Pes Equinus- Club Foot)) είναι μια σύνθετη παραμόρφωση του ποδιού (εικόνα 1) που χαρακτηρίζεται από την ιπποποδία (συνέπεια της βράχυνσης του Αχιλλείου τένοντα), ραιβότητα (που οφείλεται στη (βράχυνση του προσθίου κνημιαίου μυός ), υπτιασμό (εξαιτίας της βράχυνσης του οπισθίου κνημιαίου μυός) και κοιλοποδία ( λόγω της ρίκνωσης των έσω θυλακοσυνδεσμικών στοιχείων των αρθρώσεων του ποδιού).

Οι παραμορφώσεις των ποδιών στη συγγενή αμοτεροπλευρη ραιβοϊπποποδία 

Είναι άγνωστη η αιτιοπαθογένεια της νόσου. Διάφορες θεωρίες προσπαθούν να ερμηνεύσουν τις ποικίλες αυτές συγγενείς παραμορφώσεις του ποδιού. Αν και σπάνια υπάρχει θετικό οικογενειακό ιστορικό πιστεύεται ότι η πάθηση μεταβιβάζεται γενετικά ή οφείλεται σε μετάλλαξη .Δεν είναι γνωστό από πιο χρωμόσωμα και γονίδιο. Πιστεύεται ότι μεταβιβάζεται με τον υπολειπόμενο σωματικό χαρακτήρα.

Ακόμη ενοχοποιείται και το ενδομήτριο περιβάλλον. Ολιγάμνιο και περιορισμένος χώρος στη μήτρα για τα κάτω άκρα του εμβρύου υποστηρίζεται ότι μπορούν να προκαλέσουν τις παραμορφώσεις. Άλλες απόψεις που έχουν διατυπωθεί είναι η αγγειακή δυσπλασία του ποδιού ή η ατελής νεύρωση των προσβεβλημένων μυών (πάθηση των νωτιαίων νευρικών ριζών).

Έχει συχνότητα εμφάνισης 0,1-0,2 % (1/1000-2/1000) και είναι συχνότερη στα αγόρια σε αναλογία 2/1.

 Όπως ήδη έχει περιγραφεί η διάγνωση της νόσου τίθεται αμέσως μετά τον τοκετό εξαιτίας των χαρακτηριστικών παραμορφώσεων των ποδιών. Υπάρχει ιπποποδία, ραιβότητα και υπτιασμός του ποδιού.

Ο υπτιασμός του ποδιού φέρνει σε

θέση φόρτισης το έξω χείλος του

Διακρίνεται η ραιβότητα, η κοιλοποδία και η ιπποποδία του ποδιού

 Τα πέλματα των ποδιών που πάσχουν είναι μικρότερα των φυσιολογικών (εικόνα 3). Η πάθηση αφορά το ένα (ετερόπλευρος) ή και τα δύο άκρα (αμφοτερόπλευρος προσβολή).

Υπάρχουν δύο κλινικές μορφές της νόσου, η μαλακή και η δύσκαμπτη. Η ταξινόμηση γίνεται ανάλογα με τη δυνατότητά μας να διορθώσομε ή όχι με παθητικές κινήσεις τις παραμορφώσεις.

Η θεραπευτική αγωγή της PIΠ αρχίζει αμέσως (τη 2η εβδομάδα ) με τη τοποθέτηση διορθωτικών γύψινων επιδέσμων και συνεχίζεται για 3-4 μήνες (εικόνα 3). Αν παραμείνουν οι παραμορφώσεις διορθώνονται χειρουργικά μετά τον 5ο – 6ο μήνα .Οι προσπάθειές μας για την αποκατάσταση του ποδιού πρέπει να περατωθούν μέχρι το 12ο μήνα. Όταν αρχίζει να βαδίζει το παιδί (12ος – 13ος μήνας) η τυχόν φόρτιση ενός μη φυσιολογικού ποδιού προκαλεί μόνιμες εκφυλιστικές αλλοιώσεις στις αρθρώσεις του.

Η διαδοχική εφαρμογή των γύψινων επιδέσμων (μηροποδοκνημικών) οι οποίοι αλλάζουν κάθε εβδομάδα και διορθώνουν προοδευτικά τις παραμορφώσεις (εικόνα 4).

Διόρθωση των παραμορφώσεων με τοποθέτηση γυψίνου επιδέσμου μηροκνημοποδικού.

Απαιτείται ιδιαίτερη εξοικείωση με παιδιά αυτής της ηλικίας (νεογνά 2 – 3 εβδομάδων) καθώς και τις ανατομικές παραμορφώσεις του ποδιού που προκαλεί η πάθηση για την επιτυχή εφαρμογή τους.

Χειρουργική Θεραπεία

Η εφαρμογή των διορθωτικών γύψινων επιδέσμων πριν από την εγχειρητική θεραπεία τη διευκολύνει και τη καθιστά αποτελεσματικότερη.

 

Για τη χειρουργική διόρθωση της ιπποποδίας απαιτείται επιμήκυνση του Αχίλλειου τένοντα, για τη διόρθωση της ραιβότητας του ποδιού, η μετάθεση του προσθίου κνημιαίου μυός στο έξω χείλος του ποδιού και για τη διόρθωση του υπτιασμού η επιμήκυνση ή μεταφορά στη κατάφυση των περονιαίων του οπίσθιου κνημιαίου μυός (εικόνα 5) και διατομές των θυλάκων των αρθρώσεων του ποδιού για την επανατοποθέτηση των οστών του ποδιού στη σωστή τους θέση.

 

Διόρθωση των παραμορφώσεων με παρασκευή και επιμήκυνση του Αχίλλειου τένοντα και μεταθέσεις της κατάφυσης του προσθίου και οπισθίου κνημιαίου μυός.

Η ραιβοΐπποποδία είναι ίσως η Ορθοπαιδική Πάθηση που έχει το μεγαλύτερο βαθμό δυσκολιας στην αντιμετώπισή της. Ο γιατρός που θα αναλάβει την αποκάσταση του μικρού ασθενή πρέπει να έχει μεγάλη εμπειρία όταν ειδικά απαιτηθεί χειρουργική θεραπεία.