Main menu

Συγγενής αναπτυξιακή δυσπλασία του ισχίου ή Συγγενές Εξάρθρημα του Ισχίου( Congenital Dislocation of the Hip , Developmental Dysplasia of the Hip) ονομάζεται η πάθηση που χαρακτηρίζεται από τη κακή ανατομική διαμόρφωση της κοτύλης και της μηριαίας κεφαλής, με αποτέλεσμα την παραμόρφωση της άρθρωσης του ισχίου ή τη δημιουργία εξαρθρήματος.

Η κοτύλη του δυσπλασικού ισχίου είναι αβαθής , η μηριαία κεφαλή έχει χάσει το σφαιρικό της σχήμα και το μέγεθός της είναι μικρότερο του φυσιολογικού.Τα ανατομικά στοιχεία της άρθρωσης του ισχίου διαμορφώνονται μέχρι την 9η εμβρυϊκή εβδομάδα. Αν η μηριαία κεφαλή αναπτύσσεται ανεξάρτητα από την κοτύλη (στο 3ο μήνα της ενδομητρίου ζωής έχει ήδη εγκατασταθεί εξάρθρημα στο ισχίο) τότε το εξάρθρημα με το οποίο γεννιέται το παιδί ονομάζεται τερατογενές.

Η εμφάνιση της πάθησης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες τους οποίους ταξινομούμε σε τρεις ομάδες: Γενετικούς, Ορμονικούς και Περιβαλλοντολογικούς (συνθήκες του εμβρύου μέσα στη μήτρα).

Ο τρόπος περιποίησης ακόμη του νεογνού , το φάσκιωμα , σφιχτό δέσιμο με πάνες με τα κάτω άκρα σε θέση προσαγωγής, αυξάνει την δυσπλασία του ισχίου και δημιουργεί συνθήκες ικανές να απεξαρθρώσουν την άρθρωση διότι στη θέση αυτή ενισχύεται τη δράση των προσαγωγών μυών.

Η συχνότητα της αναπτυξιακής δυσπλασίας του ισχίου κυμαίνεται από 15 – 20 ‰ ενώ τα κορίτσια νοσούν 6 φορές συχνότερα από τα αγόρια. Το τερατογενές εξάρθρημα του ισχίου (εγκατάσταση του εξαρθρήματος στο 3ο μήνα της κύησης) έχει πολύ μικρότερη συχνότητα (2-3‰). Στον τύπο αυτό του εξαρθρήματος δεν υπάρχει διαφορά προσβολής ανάμεσα σε κορίτσια και αγόρια επειδή οφείλεται σε γενετικά αίτια.

Η κλινική εικόνα της δυσπλασίας του ισχίου κατά την νεογνική περίοδο και πριν από τη βάδιση του παιδιού ( πρώτο έτος) είναι ανάλογη με το βαθμό της δυσπλασίας του ισχίου. 

 

Δεν ανοίγουν τα πόδια του παιδιού ή το ένα ανοίγει ευκολότερα από το άλλο.

Υπάρχει ασσυμετρία των γλουτιαίων πτυχών (πτυχές του μηρού)

Η πρώιμη διάγνωση (στην νεογνική περίοδο, 1ο - 2ο μήνα) αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιτυχή θεραπεία της πάθησης. Για την αναγνώριση των κλινικών σημείων που περιγράφονται παρακάτω απαιτείται κλινική εμπειρία του θεράποντος ιατρού.

Μετά τη βάδιση του παιδιού η διάγνωση είναι πιο εύκολη. Όταν η δυσπλασία του ισχίου είναι ετερόπλευρη και έχει εξελιχθεί σε χαμηλό ή υψηλό εξάρθρημα, η χωλότητα, λόγω της ανισοσκελίας, είναι η κύρια κλινική εκδήλωση της πάθησης μυών .

Η υπερηχογραφική εξέταση των ισχίων τους πρώτους 2 μήνες (νεογνική περίοδος) καθιερώθηκε σα διαγνωστική μέθοδος που μας δίνει ιδιαίτερα χρήσιμες πληροφορίες για τη δομή των μαλακών μορίων της άρθρωσης

Η ακτινολογική εξέταση με απλές ακτινογραφίες των ισχίων σε θέση F και Ρ μετά την εμφάνιση των πυρήνων οστέωσης των μηριαίων κεφαλών (4ος μήνας) είναι απαραίτητη για την εκτίμηση του βαθμού της δυσπλασίας της κοτύλης και της μηριαίας κεφαλής, καθώς και τη διαπίστωση της ύπαρξης του εξαρθρήματος.

Όταν η διάγνωση της πάθησης γίνει έγκαιρα η θεραπεία είναι συντηρητική.

 Με ειδικούς κηδεμόνες τα ισχία απάγονται και συγκροτούνται σε κάμψη μέχρι να αναταχθεί το εξάρθρημα. Μετά την ανάταξη απαιτείται μακρόχρονη ακινητοποίηση για να διαμορφωθεί ανάλογα η άρθρωση (αποκτήσει η κοτύλη φυσιολογικό βάθος και η μηριαία κεφαλή φυσιολογικό σχήμα και μέγεθος)

Οι διάφοροι κηδεμονες που χρησιμοποιουνται για τη θεραπεία του συγγενούς εξαρθρήματος.

 Η θεραπεία μετά τη βάδιση του παιδιού (12ος – 16ος μήνας) είναι εγχειρητική και συνίσταται στην ανοικτή ανάταξη του εξαρθρήματος μετά από παρασκευή και απελευθέρωση των ανατομικών εμποδίων που δεν επιτρέπουν την κλειστή ανάταξη.

Επιτυχημένη συντηρητική θεραπεία με ειδικό κηδεμόνα σε αμφοτεροπλευρο εξάρθρημα του Ισχίου(Κορίτσι 10 μηνών)

Κορίτσι 2 ετών με Συγγενές Εξάρθημα του Δεξιού Ισχίου

Βάδιση του Παιδιού με Νάρθηκα που επιτρέπει τη βάδιση

 

Όταν η διάγνωση του συγγενούς εξαρθρήματος καθυστερήσει η αντιμετώπισή του είναι χειρουργική. Όσο μεγαλύτερο είναι το παιδί τόσο πιο πτωχά είναι τα αποτελέσματα της χειρουργικής θεραπείας .

 Αποκατάσταση του Συγγενούς Εξαρθρηματος του Αρ. Ισχίου και του Υπεξαρθρηματος του Δεξ. Ισχίου με χειρουργική θεραπεία μετά την αποτυχία της θεραπείας με κηδεμόνες.